
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥ
Βηρυτός, Αύγουστος 2006
10/8/2006
Σήμερα ξύπνησα στις 6, σας έστειλα αμέσως τα e-mails κι έτρεξα να πάρω από την αποθήκη
μου τα ξυλοπόδαρά μου και άλλα πράγματα για το τσίρκο. Μια ώρα αργότερα
ξεκινούσα το εργαστήριο της δραματοθεραπείας.
Αμέσως μετά, βγήκα στην πλατεία κι άρχισα να παίζω με τα
πράγματα του τσίρκου. Σήμερα πρόσθεσα και τα
ξυλοπόδαρα στο ρεπερτόριό μου! Ενώ ήμουν πάνω στα ξυλοπόδαρα, πέρασαν πάνω απ’
τα κεφάλια μας τρία αεροπλάνα, με αυτόν τον απαίσιο συριγμό, που έριξαν έξι
βόμβες. Πριν από λίγες μέρες, έκαναν αναγνωριστικές πτήσεις κατασκοπευτικά
αεροπλάνα, γεγονός που μας είχε ανησυχήσει πολύ, γιατί καταλαβαίναμε πως μας
πλησίαζε ο πόλεμος. Σήμερα, λοιπόν, άρχιζε. Ευτυχώς, το θέατρο δεν ήταν ένας
από τους στόχους τους. Το σπίτι μου, όμως, έγινε.
Τώρα
προσπαθώ να σας γράψω από το σπίτι μου. Δεν έγιναν σοβαρές ζημιές.
Μικροτραυματισμοί μόνο,
χωρίς
κανέναν μοιραίο.
Επιτρέψτε μου να κάνω ένα μικρό σχόλιο εδώ: αυτά είναι τα
οφέλη της κοινωνικής εργασίας σε πολλαπλά επίπεδα! Αν ήμουν στο σπίτι μου πάνω
στα ξυλοπόδαρα και μαζί με τα παιδιά, τώρα μάλλον δε σας έγραφα αυτό το γράμμα.
Είμαι υποχρεωμένος, όμως, να φύγω από το σπίτι, άρα θα μείνω μαζί με τους
πρόσφυγες.. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, Παλαιστίνιος είμαι, δηλαδή γεννημένος
πρόσφυγας, οπότε δεν είναι και τίποτα καινούριο για μένα αυτή η κατάσταση!
Ακόμα πιστεύω ότι είμαι πολύ τυχερός στη ζωή μου. Πάντα
καταφέρνω να ξεφεύγω χωρίς να πρέπει να τρέξω μακριά…
Αύριο το πρωί θα βρεθώ με τα παιδιά μου στο θέατρο. Σήμερα
ένιωσα πολύ περήφανος. Την ώρα που πετούσαν τα αεροπλάνα πάνω μας, δεν έβγαλα
τα ξυλοπόδαρα, γιατί ήθελα να τους δείξω πώς πρέπει να δουλεύει κανείς κάτω από
τέτοιες συνθήκες. Δεν πανικοβλήθηκαν, ούτε έκλαψαν. Πάγωσαν για λίγο, αλλά μετά συνέχισαν.
Βλέπετε, δεν μπορεί κανείς να αμυνθεί και να προστατευτεί
από τον τύπο των βομβών που ρίχνουν τώρα. Τα υπόγεια και τα καταφύγια μάλλον
τάφοι είναι.. Χρησιμοποιούν παράνομα βόμβες κενού που μπορούν να ισοπεδώσουν
ολόκληρες γειτονιές με την έκρηξή τους. Κανένα υπόγειο και κανένα καταφύγιο δεν
μπορεί να μας προστατέψει. Είναι μόνο ζήτημα τύχης αν θα επιβιώσουμε.
Στην υγειά
της τύχης, λοιπόν! Ψηλά το κεφάλι! Η ζωή είναι πολύ μικρή για να κλαίμε. Για
καθεμία άσχημη στιγμή, κοιτάξτε να έχετε τέσσερις χαρούμενες!
Με πολλή αγάπη
Sharif
____________________________________________
14/8/2006
Τις τελευταίες μέρες είχα κάποια σοβαρά προσωπικά
προβλήματα που με έφεραν στα όρια της απελπισίας. Προσπαθώ να τα ξεπεράσω,
όμως, και σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει τα προβλήματά μου να επηρεάσουν τα
παιδιά. Είναι σημαντικό να μην ξεχνάμε ότι ανεξάρτητα από το πόσο άσχημη είναι
μια κατάσταση, δεν πρέπει να κατηγορούμε τα παιδιά ούτε να τα κάνουμε να
υποφέρουν. Τα παιδιά δεν πρέπει να πληρώνουν κανένα τίμημα. Είναι ευθύνη μας να
τα προστατεύουμε, για να μη μεγαλώνουν με τραύματα. Έτσι, λοιπόν, παραμέρισα
τον πόνο μου και συνέχισα να δουλεύω. Αυτά είναι το παν για μένα τώρα. Ξέρω πως
ο πόνος θα επιστρέψει το απόγευμα ή όταν πάω για ύπνο∙
δύσκολο βέβαια να κοιμηθώ εν μέσω βομβαρδισμών και προσωπικής απώλειας.. Μάλλον
γελοίος φαίνεται ο ύπνος.
Όλα αυτά που συμβαίνουν εδώ αγγίζουν μερικές φορές την
παράνοια. Καθώς έγραφα, ο υπολογιστής έκλεισε ξαφνικά κι ένα μαχητικό έριξε
είκοσι πυρά μέσα σε τρία λεπτά, ακριβώς πάνω από τα κεφάλια μας. Σα να έγινε τεράστιος σεισμός.
Μόλις τελείωσε, τρέξαμε στην
τηλεόραση. Είχαν ισοπεδώσει μια ολόκληρη γειτονιά. Το μόνο που σκεφτήκαμε να κάνουμε
ήταν να τηλεφωνήσουμε στους δικούς μας, να βεβαιωθούμε ότι ήταν καλά.
Παρ’ όλ’
αυτά, συνεχίσαμε, μαζί με τον πόνο και την προσωπική τραγωδία του καθενός. Κι ευχόμασταν το καλύτερο…
16/8/2006
Ο πόλεμος μπορεί να τελείωσε, αλλά
η μάχη μόλις άρχισε.
Χτες η συγκίνηση ήταν αβάσταχτη και σήμερα ήταν χειρότερη
και ατέλειωτη.
Χτες το απόγευμα ένιωσα απαίσια. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει.
Τα παιδιά έρχονταν ένα-ένα, με φιλούσαν, με αγκάλιαζαν και μερικά έκλαιγαν.
Έπρεπε ν’ αποχαιρετήσω 120 παιδιά με τα οποία είχα περάσει έντονες στιγμές τις
τελευταίες 30 ημέρες. Τα παιδιά ήταν λυπημένα που έφευγαν αλλά και χαρούμενα
που επέστρεφαν στα σπίτια τους. Για μένα ήταν χειρότερο, γιατί καθώς τα
αγκάλιαζα και τους έλεγα πως τα αγαπάω και τους έδινα το τηλέφωνό μου,
στενοχωριόμουν που τα αποχωριζόμουν, αλλά πιο πολύ ανησυχούσα για όσα επρόκειτο να αντιμετωπίσουν.
Οι γονείς και οι νεαροί ενήλικες είναι περήφανοι και
προσβάλλονταν, επειδή τους αποκαλούσαν πρόσφυγες και αναγκάζονταν να μένουν στα
σπίτια ή στις αυλές άλλων ανθρώπων. Δεν τους ένοιαζε που το σπίτι τους είχε
καταστραφεί. Ήταν το δικό τους σπίτι και ήθελαν να γυρίσουν πίσω. Αλλά για τα
παιδιά, ο εκτοπισμός δεν ήταν και τόσο άσχημος, όσο ήταν για την πλειονότητα
των ανθρώπων. Έμεναν σε μεγάλες ομάδες, με μια στέγη πάνω από το κεφάλι τους,
με ηλεκτρικό μερικές φορές, ενώ όλοι τους προσφέραμε νερό, φαγητό και πολλή
αγάπη. Τώρα, όμως, πρόκειται να αντιμετωπίσουν τη δική τους κόλαση.
Κύρια επιθυμία των παιδιών, έτσι όπως τα παρατηρούσα κατά
τη διάρκεια των εργαστηρίων, ήταν να γυρίσουν πίσω. Ήθελαν να πάνε στο σπίτι
τους, στο δωμάτιό τους, να παίξουν με τα παιχνίδια τους, να καθήσουν
στο δικό τους χώρο όπου ένιωθαν ασφάλεια, να παίξουν βιντεοπαιχνίδια, να δουν
τηλεόραση, να περπατήσουν στο δρόμο τους, να μιλήσουν με τους γείτονές τους, να
συναντήσουν τους φίλους τους από τη γειτονιά. Δεν ξέρουν ότι το σπίτι τους
είναι πλέον χαλάσματα, ότι το δωμάτιό τους θα είναι μια αδιάβροχη οικογενειακή
τέντα, χωρίς τηλεόραση, χωρίς ηλεκτρικό, με κοριούς, με τον καύσωνα των
μεσογειακών καλοκαιριών και τη δυσωδία των πτωμάτων που ίσως σαπίζουν ακόμα
κάτω από μερικά σπίτια. Μόλις φτάσουν στα συντρίμμια όπου κάποτε έζησαν , θα
συνειδητοποιήσουν πόσο πολλές είναι οι απώλειες: οι φίλοι τους, οι γείτονες, το
σπίτι, η ασφάλεια, ακόμα και ολόκληρα χωριά μερικές φορές. Φοβάμαι πολύ ότι
αυτό θα τραυματίσει βαθιά την ψυχή τους.
…
Την Πέμπτη, το αργότερο, θα πάμε
ως ομάδα στο νότιο Λίβανο, στις πληγείσες περιοχές και
θα ξεκινήσουμε τα εργαστήρια με τα παιδιά εκεί, στην «ομίχλη» της καταστροφής.
Θα προσπαθήσουμε να διδάξουμε στα παιδιά και τους γονείς να γελάνε, να
χαμογελάνε και να αγαπούν μέσα στην καταστροφή και τον τρόμο. Ενημέρωσα την
ομάδα μου για τους κινδύνους, τα ψυχολογικά τραύματα των ίδιων και των παιδιών
που θα συναντήσουμε εκεί, καθώς και τον πραγματικό
κίνδυνο στον οποίο βάζουν τη ζωή τους και εγώ τη δική μου.
Αισθάνομαι υπεύθυνος όχι μόνο για τα παιδιά αλλά και για
τους νέους εκπαιδευτές που θέλουν ν’ ακολουθήσουν τα βήματά μου. Οι νεαροί
αυτοί εμπιστεύονται τη ζωή τους στα χέρια μου. Γι’ αυτό θα πάω αρχικά μόνος μου,
για να εξετάσω τι μπορούμε να κάνουμε, συγκρατημένα
και με ασφάλεια.
18/8/2006
Θέατρο κάτω από τις βόμβες: το
ταξίδι μας προς το Νότο
Σήμερα ξύπνησα στις 4:45 το πρωί. Έπρεπε να ντυθώ σε πέντε
λεπτά, επειδή είχα ήδη αργήσει. Έβαλα γρήγορα τα ρούχα της δουλειάς, φίλησα τη
μητέρα μου, την αποχαιρέτησα και ξεκίνησα τη «βόλτα» μου. Έπρεπε να περπατήσω
μιάμιση ώρα, για να φτάσω στο σημείο συνάντησης.
Επρόκειτο να συναντηθούμε εγώ, η May Masri, ο χειριστής της κάμερας και δέκα εθελοντές από μια ομάδα
νεότητας που ονομάζεται Samiddon (επιζώντες) η οποία ασχολείται με
την άμεση ανακούφιση των πληγέντων στα πεδία των
μαχών.
Καθώς κατέβαινα το δρόμο της παραλίας, είδα αυτούς που
ακόμη ζούσαν, τυλιγμένους στις κουβέρτες τους, στο πεζοδρόμιο της ακρογιαλιάς.
Ήξερα πως μόλις χάραζε, η περηφάνια τους θα τους έκανε να κρυφτούν στους
θάμνους και να υποκρίνονται ότι όλα είναι μια χαρά. Ήταν μακριά η διαδρομή και
κάθε τόσο έτρεχα χαλαρά, επειδή φοβόμουν πως ο βηματισμός μου δεν ήταν αρκετά
γρήγορος, ώστε να τα καταφέρω να φτάσω στην ώρα μου. Ήταν πια έξι και είχα
ακόμη 20 με 30 λεπτά δρόμο. Αλλά αντιλήφθηκα πως τα σύννεφα σκόνης που
σηκώνονταν από τις βόμβες και τις φωτιές, είχαν δημιουργήσει ένα τεράστιο
σύννεφο πάνω από την πόλη. Ο ήλιος θα έπρεπε ήδη να έχει ανατείλει, αλλά τον
εμπόδιζαν τα απειλητικά σύννεφα. Τελικά έφτασα εκεί – όλοι φιληθήκαμε και
αγκαλιαστήκαμε…οι εργαζόμενοι σε ομάδες κάτω από τέτοιες συνθήκες δημιουργούν
δεσμούς γρήγορα και γενικά σε στιγμές κρίσης οι άνθρωποι έρχονται κοντά με έναν
όμορφο τρόπο.
Δυστυχώς, υπήρχε έλλειψη καυσίμων και προσπαθούσαμε να
γεμίσουμε το αυτοκίνητο με όση περισσότερη βενζίνη μπορούσαμε – καθώς δε
γνωρίζαμε τι μας επιφύλασσε η μέρα…Αλλά ούτε και στο χειρότερο εφιάλτη μας δε
φανταζόμασταν τι μας περίμενε.
Επιβιβαστήκαμε σε ένα μικρό φορτηγάκι. Το ταξίδι άρχισε αρκετά
όμορφα…μας πήρε 4 ώρες για να φτάσουμε στο Tyre, καθώς το φορτηγάκι αγωνιζόταν να
περάσει από μερικώς κατεστραμμένες γέφυρες…αυτοσχέδιες παρακάμψεις και άλλα
παρόμοια. Ξαναβρεθήκαμε σε ένα μεγάλο κατάλυμα ανάπαυσης στο Tyre και χωρίσαμε τις ομάδες.
Τότε ήταν που πήραμε ένα τηλεφώνημα από τον αρχηγό του
χωριού “Aiyta el Shaib”. Είπε πως το χωριό ήταν εντάξει και πως 11.000 άνθρωποι
επέστρεφαν ενώ μιλούσαμε. Δεν είχαν νερό, φαγητό, ιατρική βοήθεια ή σπίτια… Ήταν
από το χωριό που δέχθηκε το ισχυρότερο χτύπημα. Ξαναφτιάξαμε την ομάδα και ορίσαμε
συνοδείες για τις διάφορες περιοχές.
Έτσι ξεκινήσαμε ….όλα είχαν χτυπηθεί.
Οι δρόμοι, τα σήματα, τα χωριά είχαν εγκαταλειφθεί – δυστυχώς η συνοδεία έχασε
το δρόμο και δεν υπήρχε σήμα στα κινητά τηλέφωνα – δεν είχαμε τρόπο να βρούμε ο
ένας τον άλλον – έτσι όλοι κοιτούσαμε τους τουριστικούς χάρτες – ρωτούσαμε τους
επιζώντες που βρίσκαμε, και συνεχίζαμε. Οι κάτοικοι μας πήγαν σε κάποια
απομακρυσμένα χωριά και είπαν ότι γνώριζαν παρακάμψεις και πως ήταν σίγουροι ότι ήμασταν ασφαλείς. Αλλά
είχαν πέντε χρόνια να πάνε εκεί. Κι από την άλλη, οι χάρτες μας ήταν άχρηστοι
και δεν είχαμε κάποιον άλλον να μας οδηγήσει – δεν μπορούσαμε να γυρίσουμε
πίσω, μια και δεν ξέραμε το δρόμο της επιστροφής.
Τελικά, φτάσαμε στην κορυφή ενός βουνού και από κει
μπορούσαμε να δούμε ένα χωριό στο βάθος, το “Aiyta el Shaib”. Ο εθελοντής, αναστατωμένος, μας έδειξε το δρόμο. Ήταν
απότομος δρόμος και είχε χτυπηθεί σε αρκετά μέρη. Και
ο δρόμος και η περιοχή ήταν τελείως εγκαταλειμμένοι. Ο βομβαρδισμός είχε αλλάξει
όλο το τοπίο. Είδαμε κομμάτια από ανατιναγμένα τανκ
και θραύσματα από βόμβες και βλήματα. Όλοι ξέραμε ότι αυτά δεν ήταν καλά
σημάδια, αλλά δεν είχαμε επιλογή.
Περάσαμε γύρω από τον τεράστιο κρατήρα και κατεβήκαμε το λόφο… Μετά βίας ελέγχαμε το μικρό φορτηγάκι.
Μάλιστα χάσαμε εντελώς τον έλεγχο για λίγο, γιατί ο δρόμος ήταν καλυμμένος με
στρώματα ψιλής άμμου – και δεν είχαμε αυτοκίνητο με κίνηση στους τέσσερις
τροχούς, ώστε να μπορούμε να πάρουμε τις στροφές.
Καθώς κατεβαίναμε αργά το λόφο…είδα κάτι που μου έκοψε την
ανάσα και ενστικτωδώς άρπαξα τον ώμο του οδηγού και τον πίεσα αρκετά δυνατά.
Εκείνος με τη σειρά του και λειτουργώντας με το ένστικτο, πάτησε το φρένο.
Ζήτησα από τον Sharif Bibi να βγει από το αυτοκίνητο μαζί μου. Περπατήσαμε αργά και
προσεκτικά. Και οι χειρότεροι φόβοι μας επιβεβαιώθηκαν.
Ο δρόμος ήταν εγκαταλελειμμένος από προηγούμενες μάχες,
μόνο μερικές μέρες ή ώρες πριν. Δεν ήμασταν σίγουροι. Η περιοχή ήταν
απομονωμένη, δε μας υποδέχτηκε κανείς, δεν είχαμε βοήθεια, δεν μπορούσαμε να γυρίσουμε
πίσω, γιατί ο λόφος ήταν πολύ απότομος. Και μπροστά από τη δεξιά μπροστινή
ρόδα, ούτε δύο μέτρα μακριά, αυτό που τυχαία παρατήρησα θα μπορούσε να
αποτελέσει το τέλος μας. Εκεί, κρυμμένη σε ένα μικρό θάμνο, στην άκρη του
δρόμου, ήταν μια βόμβα. Έμοιαζε με τενεκεδένιο κουτί γάλακτος, αλλά θα μπορούσε
να μας ανατινάξει όλους. Του ζήτησα να κάνει όπισθεν
σιγά-σιγά. Ζητήσαμε από όλους μέσα στο φορτηγάκι να μείνουν ήσυχοι μέσα στο
αυτοκίνητο. Έπρεπε να συνεννοηθούμε με τον οδηγό.
Περάσαμε, σιγά-σιγά, από την περιοχή δίπλα στην βόμβα. Κι
αυτό είναι πιο επικίνδυνο από οποιαδήποτε άλλη κίνηση. Επειδή τουλάχιστον στο
δρόμο μπορούσαμε να δούμε τι γίνεται, ζητήσαμε από τον οδηγό να ξαναμπεί στο
δρόμο. Τοποθετήσαμε μερικούς βράχους σε κύκλο ενός
μέτρου γύρω από τη βόμβα, ώστε να τη δουν και οι επόμενοι. Αυτή η βόμβα διασποράς,
πολύ ευαίσθητη στο άγγιγμα ή την κίνηση, θα μπορούσε να ανατινάξει αυτοκίνητο ή
ακόμη και άρμα, για να μη μιλήσουμε για
το τι θα μπορούσε να κάνει σε εμάς. Αυτή και οι μικρότερες αλλά εξίσου φονικές βόμβες
ήταν ο μεγαλύτερος φόβος μας. Για να μην αναφέρουμε τις νάρκες ή τα παρόμοια.
Το ξέραμε πως δεν είχαμε άλλη επιλογή και πως έπρεπε να
συνεχίσουμε. Περπατήσαμε
Ύστερα από ένα αργό εικοσάλεπτο περπάτημα, ο δρόμος
καθάρισε και μπήκαμε μέσα στο φορτηγάκι. Εγώ κρεμάστηκα έξω από το αριστερό
παράθυρο. Ο οδηγός πήγαινε αργά μπροστά περιμένοντας το δικό μας σήμα για να
σταματήσει. Συνεχίσαμε. Αυτή τη στιγμή
είμαι ακόμη εξουθενωμένος και δεν ξεπέρασα το τραύμα κι έτσι θα
συντομεύσω. Μπήκαμε και βγήκαμε από το φορτηγάκι αμέτρητες φορές…και
συναντήσαμε μερικές ακόμη βόμβες και αργά κάναμε μανούβρες γύρω τους. Ένας
δρόμος που κανονικά χρειαζόταν 20 – 30 λεπτά μας πήρε 4 ώρες οι οποίες φαινόταν
μια αιωνιότητα.
Κάποια μέρα θα τα πω όλα με λεπτομέρειες αλλά τώρα….τελικά
φτάσαμε στο χωριό. Η καταστροφή ήταν τρομακτική. Οι εικόνες ανακατεμένες στα
μάτια μου με τη χαρά αυτών που είχαν χωριστεί και αυτών που έκλαιγαν πάνω από
ματωμένα ρούχα ή υπολείμματα σωμάτων… Μόνο 2 -3 σπίτια έμειναν από ένα χωριό
15.000 ατόμων. Το έδαφος ήταν ακόμη καλυμμένο με βλήματα που δεν είχαν εκραγεί
και καμουφλαρισμένες βόμβες.
Δεν είμαι συναισθηματικά σε θέση να συνεχίσω αυτή την
καταγραφή με κανένα τρόπο – ούτε και με συντομία. Όταν αισθανθώ καλύτερα, σας υπόσχομαι
να το κάνω… Αλλά αρκεί να πω ότι οι οσμές, οι ήχοι και η βόμβα που εξερράγη ενώ
ήμασταν εκεί και η έκρηξή της σκότωσε τρία μικρά παιδιά έχουν καταστρέψει τόση
πολλή από τη δύναμή μου.
Προς το παρόν, χαιρετώ το γενναίο μου σύντροφο τον Sarif Bibi (που έμεινε εκεί) και ελπίζω να
υπάρχει παράδεισος για να δεχτεί αυτές τις τρεις αθώες ψυχές που ανατινάχτηκαν. Και ελπίζω η κυβέρνησή μας να καταλάβει πως
11.000 άνθρωποι έχουν πάει σε αυτό το χωριό το οποίο μέχρι τώρα παραμένει μια
παγίδα θανάτου.
Και αναμένεται μια νέα κρίση: μπορεί να είναι υγεία, νερό,
φαγητό ή βόμβες..
Θα ξεκουραστώ αυτό το Σαββατοκύριακο, για να αντιμετωπίσω
τις εικόνες του φόβου και της καταστροφής που με στοιχειώνουν. Σε αυτό το
σημείο το μόνο που μπορώ να πω είναι πως είμαι τυχερός που επέζησα μόνο με
μικροτραυματισμούς.
Σας στέλνω
την αγάπη μου
Sharif
Το ηλεκτρονικό υλικό των Ημερίδων μετέφρασαν οι Γεωργία Δελημπανίδου, Νατάσα Μερκούρη, Δάφνη Μουστακλίδου, Μαρία Σκιαδά, Σοφία Τσικνιά.