
ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΠΟΛΕΜΟΥ
Βηρυτός, Αύγουστος 2006
Η παράσταση «Γελώντας κάτω απ’ τις
βόμβες»
Πέντε
μέρες πρόβας, με 14 ηθοποιούς κι εμένα σε ρόλο σκηνοθέτη, μέσα κι έξω από το έργο.
Οι 12 ηθοποιοί προέρχονταν από εκτοπισμένες οικογένειες, οι δύο ήταν κάτω από 6
χρονών και οι υπόλοιποι πάνω από 17. Δουλεύαμε πάνω από 6-7 ώρες τη μέρα, κάτω
από δύσκολες συνθήκες, με ελάχιστο εξαερισμό,
ελάχιστο (και δεν εννοώ χαμηλό) φωτισμό και προβλήματα με τα έντομα.
Η πρεμιέρα
της παράστασης έγινε κάτω από τρομερές συνθήκες. Στις ειδήσεις ακούσαμε πολύ επικίνδυνα
νέα και φοβηθήκαμε ότι δε θα έρθει κανείς. Παρ’ όλ’ αυτά, η αίθουσα γέμισε. 500 άτομα στις θέσεις και πολλοί
όρθιοι στους διαδρόμους.
Στο
έργο συναντήθηκαν το βαθύ γέλιο, που όλοι το είχαμε ανάγκη, με τη διάθεση του κοινού
να συμμετάσχει στην παράσταση.
Το
δεύτερο βράδυ, το σκηνικό ήταν σχεδόν σουρρεαλιστικό.
Δυο ώρες πριν την παράσταση, τα αεροπλάνα έριχναν ενημερωτικά φυλλάδια με τα
οποία μας προειδοποιούσαν ότι η περιοχή ήταν στόχος εναέριων επιδρομών εκείνη τη
νύχτα. Δεν περιμέναμε να εμφανιστεί κανείς. Ένιωσα πολύ άσχημα για τους
ηθοποιούς που είχαν προσπαθήσει τόσο. Παρ’ όλ’ αυτά, συνεχίσαμε και ..απίστευτο! Το θέατρο γέμισε με
450 άτομα που ήρθαν από πιο μακρινές περιοχές θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή τους.
Η παράσταση
ξεκίνησε και τα γέλια έπνιξαν το θόρυβο από τις βόμβες. Μερικές φορές οι πόρτες
κουδούνιζαν από τις εκρήξεις αλλά σπάνια. Ευτυχώς, το έργο ακουγόταν δυνατά και
το γέλιο δυνατότερα. Και ειλικρινά νομίζω ότι και οι ηθοποιοί και οι θεατές
γελούσαμε πιο δυνατά από όσο χρειαζόταν, γιατί δε θέλαμε να ακούμε τίποτε άλλο
εκείνη τη στιγμή.
Η
Zizi
στις πρόβες
Η Zizi
είχε
να πει τέσσερις γραμμές στην πρώτη σκηνή. Και τα κατάφερνε μια χαρά. Η μέρα της
πρεμιέρας ήταν πολύ κουραστική. Οι βοηθοί μου κι εγώ δουλεύαμε ασταμάτητα 8 ώρες
στα εργαστήρια και μετά είχαμε πρόβες μέχρι να ξεκινήσει η παράσταση.
Γύρω
στις 5 το απόγευμα, έτσι όπως καθόμασταν όλοι σε κύκλο και συζητούσαμε για τις επιμέρους
σκηνές του έργου κι έδινα οδηγίες στους ηθοποιούς, έστειλα τη Zizi να παίξει
με μια κούκλα από κουρελάκια που είχε, γιατί ήταν πολύ ανήσυχη. Ένας από τους
εθελοντές βοηθούς μου, ο
Ibrahim, ήταν
εξαντλημένος από την κούραση. Ξάπλωσε για λίγο μπρούμυτα κι έκλεισε τα μάτια
του να ξεκουραστεί. Τότε είδαμε τη
Zizi να τον πλησιάζει, να ξαπλώνει δίπλα του, να ακουμπά
το κεφάλι της στον ώμο του και να του χαϊδεύει τα μαλλιά και το πρόσωπο
τραγουδώντας ένα αραβικό νανούρισμα.
Ήταν
τόσο γλυκιά σκηνή να βλέπεις ένα εξάχρονο αγγελούδι να προσπαθεί να φροντίσει
σα μαμά έναν δεκαεννιάχρονο. Αυτό το παιδί μας έδειξε
την απύθμενη αγάπη που κρύβουμε όλοι μέσα μας. Ακόμα κι όταν είμαστε πληγωμένοι,
μπορούμε να βοηθήσουμε τους άλλους. Ακόμα και ένα πληγωμένο παιδί ενστικτωδώς
πλησίασε με την αγάπη του τον μεγαλύτερό του.
Αναρωτιέμαι
τι απογίνεται αυτό το ένστικτο για αγάπη καθώς μεγαλώνουμε. Διαλύεται μέσα στο
σαρκασμό, την πολιτική, την απληστία και τον αιώνιο και άσκοπο αθέμιτο
ανταγωνισμό; Ξέρω πως κάποιοι διατηρούν αυτό το θεϊκό συναίσθημα. Οι
περισσότεροι, όμως, έχουν ξεχάσει πια τι είναι αυτό που τους κάνει ανθρώπους.
Τι απεχθάνεσαι πιο πολύ;
Στην
ερώτηση «τι απεχθάνεστε πιο πολύ;» περίμενα να πάρω απαντήσεις
«τον αδερφό μου που με πειράζει, το διάβασμα, όλους αυτούς που με φοβερίζουν...».
Αυτά είναι τα προβλήματα των παιδιών. Κάποια
από τα παιδιά μου έδωσαν τέτοιες απαντήσεις και χάρηκα. Κάποια άλλα όμως..
Ο Kamal, ένα αγόρι 11 χρονών, μου είπε «απεχθάνομαι
τους φίλους μου». «Μα γιατί;» τον ρώτησα. «Γιατί είναι όλοι νεκροί. Μου υποσχέθηκαν
ότι θα ήμασταν συνέχεια μαζί και τώρα δεν μπορώ να τους τηλεφωνήσω». Η οικογένειά
του εγκατέλειψε την περιοχή μόλις άρχισαν οι βομβαρδισμοί, ενώ οι φίλοι του παρέμειναν
εκεί. Τις τελευταίες δύο εβδομάδες προσπαθούσε να τους βρει στα κινητά τους ή στα
κινητά των οικογενειών τους, αλλά μάταια. Ούτε καν ήχος κλήσης στο ακουστικό.
Μακάρι να μπορούσα να του βρω τους φίλους του, να τους τηλεφωνήσω ή τουλάχιστον
να μάθω ότι είναι καλά και να του πω ότι θα τους ξανασυναντήσει. Αλλά δεν μπορώ
να του το υποσχεθώ. Ούτε και να διορθώσω την κατάσταση. Και το θέλει τόσο πολύ…
Ένιωσα ανήμπορος. Κάτι τέτοιες ώρες, μισώ τη δουλειά μου, γιατί θέλω να κάνω κάτι
περισσότερο και δεν μπορώ. Ούτε το πρόβλημα μπορώ να λύσω ούτε και να υποδείξω μια
λύση. Το μόνο που του λέω για να τον εμψυχώσω είναι ότι πολλοί άνθρωποι έχασαν τα
κινητά τους ή μετακόμισαν σε άλλες περιοχές. Γι’ αυτό δε θα πρέπει να
απελπίζεται, γιατί όλοι τον αγαπάμε και γιατί θα του δοθεί η ευκαιρία να κάνει
νέους φίλους. Κι ίσως μια μέρα καταφέρει να συναντήσει και τις παλιές του
παρέες. Κανόνισα να βρει μια συντροφιά μέσα στην ομάδα κι ελπίζω ότι έστω ένα από
τα παιδιά θα γίνει τελικά φίλος του...
Γιατί θέλεις να γυρίσεις σπίτι;
Η
Maya, ένα γλυκό κοριτσάκι 4 χρονών και 11 μηνών, μιλούσε
στο εργαστήριο ελάχιστα και με μεγάλη δυσκολία. Τις δύο πρώτες μέρες δεν είχα καν
οπτική επαφή μαζί της. Όποτε την κοιτούσα, έφευγε τρέχοντας. Την τελευταία εβδομάδα
άρχισε να μιλά και να συμμετέχει. Και τώρα σήκωσε το χεράκι της, για να παίξει.
Παρίστανα, λοιπόν, το χαζό αστυνομικό και την άκουσα να λέει τα πιο πληγωμένα λόγια
που θα μπορούσε να πει ένα παιδί στην ηλικία της. «Θέλω να πάω σπίτι μου να πεθάνω».
Πάγωσα. Πήγα δίπλα της και τη ρώτησα ήρεμα «Τι εννοείς;». «Θέλω να πάω σπίτι μου
να πεθάνω. Άσε με να γυρίσω σπίτι μου». Ζήτησα από ένα βοηθό μου να ασχοληθεί με
τα υπόλοιπα παιδιά μέχρι να επιστρέψω.
Την
κάθισα στα πόδια μου, εκείνη με αγκάλιασε και της ζήτησα να μου περιγράψει το σπίτι
και το δωμάτιό της. Και λίγο αργότερα μου είπε όλη την ιστορία της. Όταν
ξεκίνησε η επιδρομή των αεροπλάνων με στόχο το χωριό της, εκείνη με τον πατέρα
της βρίσκονταν στο σπίτι των γειτόνων τους. Η μητέρα της θάφτηκε κάτω από τα
ερείπια του σπιτιού τους. Έφυγαν αμέσως και δεν μπόρεσαν να ξεθάψουν το πτώμα
της μητέρας της ούτε και να της κάνουν κανονική κηδεία. Ήθελε να γυρίσει σπίτι,
για να πεθάνει δίπλα στη μαμά της.
Μιλήσαμε
λίγο ακόμα και μετά από αυτό το ξέσπασμα, έρχεται συνέχεια δίπλα μου, με
αγκαλιάζει και μου ζητά να τη σηκώσω αγκαλιά. Είναι τόσο γλυκιά που θέλω να την
παίρνω μαζί μου όπου κι αν πάω. Στο θέατρο, σε συναντήσεις, σε συνεντεύξεις
τύπου, στο δρόμο. Όταν με αγκαλιάζει σφιχτά, νιώθω την καρδιά μου να λειώνει κι
είμαι στον παράδεισο για πέντε λεπτά. Μέχρι να μου πει «άφησέ
με κάτω». Κι έπειτα πάει να παίξει. Και σε μισή ώρα ξαναγυρνάει κι όταν νιώσει
πάλι ασφαλής, τρέχει πάλι να παίξει.
Όλη
αυτή η αγάπη πήρε λίγο μακριά τον πόνο της. Τα παιδιά αυτά άλλαξαν για πάντα τη
ζωή μου. Κάθε μέρα μου γεννιούνται τόσο έντονα συναισθήματα…
Οτιδήποτε κι αν συμβεί, τίποτα δε θα μπορέσει να σβήσει μέσα μου την εικόνα του
κοριτσιού που μου είπε «Θέλω να πάω σπίτι
μου να πεθάνω».
Sharif
Abdunnur